Η Γαλλία ρυθμιστικός παράγοντας σε Μέση Ανατολή και Αφρική

Η  γαλλική διπλωματική και στρατιωτική στρατηγική και τα όρια άσκησής της.

H επανεμφάνιση της Γαλλίας στη «γεωπολιτική σκακιέρα» της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής σηματοδοτεί την πρόθεση της να ασκήσει μια δυναμική εξωτερική πολιτική σε περιοχές μεγάλης στρατηγικής σημασίας που επηρεάζουν τις ισορροπίες δυνάμεων στο παγκόσμιο σύστημα ασφαλείας.  Οι φιλοδοξίες της γαλλικής διπλωματίας γίνονται εμφανής και από τη γαλλική αμυντική «Λευκή Βίβλος» του 2013. Το Παρίσι έχει καταλάβει ότι η περίοδος της αμερικάνικης ηγεμονίας στη Μέση Ανατολή πλησιάζει στο τέλος της και αναζητεί τρόπους να καλύψει το κενό εξουσίας. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις σε Ιράκ και Αφγανιστάν, το γεγονός ότι οι αμερικάνικες δυνάμεις έχουν φτάσει πλέον στα όρια τους και  τα εσωτερικά σημαντικά οικονομικά προβλήματα αναγκάζουν την αμερικάνικη πολιτική ελίτ και την κοινή γνώμη στο να μη συναινούν σε νέους πολέμους στη Μέση Ανατολή.

Η πολιτική της Μέση Ανατολής και  της Francafrique

Η Γαλλία πλέον εμφανίζεται να έχει υιοθετήσει μια πιο επιθετική στάση στα παγκόσμια ζητήματα, από την επέμβαση στο Μάλι μέχρι και το αίτημα για τιμωρία του συριακού καθεστώτος για την χρήση των χημικών όπλων εναντίον του άμαχου πληθυσμού. Συμπεριφέρεται  ως  μια μεσογειακή δύναμη αλλά και ως μια πρώην αποικιακή δύναμη. Το Παρίσι έχει πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα σε πολλά μέρη της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, εξαιτίας των ιστορικών του σχέσεων.

Πιο συγκεκριμένα η στρατηγική της Francafriqueπου εμφανίστηκε το 1955περιγράφεται ωςο ιστός των πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών σχέσεων μεταξύ της Γαλλίας και των πρώην αποικιών της στην Αφρική, με στόχο τη διατήρηση της γαλλικής σφαίρας επιρροής που της επιτρέπει να συνεχίσει να ενεργεί με βάση το σκεπτικό ότι αποτελεί μια παγκόσμια δύναμη. Ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν είχε άλλωστε δηλώσει ότι «χωρίς την Αφρική, δεν θα υπάρξει ιστορία της Γαλλίας μέσα  στον 21ο αιώνα».  Το Παρίσι έχει σύμφωνα με αναλυτές το δεύτερο πιο πυκνό δίκτυο προξενικών αρχών παγκοσμίως μετά τους αμερικανούς και η Françafrique με βάση την εκτίμηση τους έχει πάρει μια μορφή μια ανεπίσημης διπλωματίας με κρυφά δίκτυα και μυστικούς  απεσταλμένους. Η Γαλλία έχει δείξει σύμφωνα με αναλυτές ότι υπό τις διαφορετικές κυβερνήσεις της έχει γίνει το πιο πολεμοχαρή δυτικό κράτος σχετικά με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις γειτονικές της περιοχές.  Η  Γαλλία πραγματοποίησε στρατιωτική επέμβαση στο Μαλί, μια  πρώην γαλλική αποικία στη Δυτική Αφρική και δείχνει  μόνιμο ενδιαφέρον για  τη Λιβύη, τη Συρία και το Λίβανο. Το 2011 συμμετείχε στην αεροπορική εκστρατεία εναντίον του Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη και είναι στην πρώτη γραμμή των κρατών που ασκούν πολιτική πίεση προς στο καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ στη Συρία.  Παράλληλα η Γαλλία διατηρεί και στρατεύματα στο Τσαντ, στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, στην Γκαμπόν και στο Λίβανο.

Το νέο αμυντικό δόγμα

Η αμυντική «Λευκή Βίβλος του 2013» δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για τις διπλωματικές και στρατιωτικές φιλοδοξίες της Γαλλίας και  επιβεβαιώνει ότι  είναι μια από τις λίγες ευρωπαϊκές δυνάμεις που αντιλαμβάνεται τη σημασία της στρατιωτικής ισχύος και τη δυνατότητα να κάνει χρήση αυτής  για την προστασία της εθνικής ασφάλειας.  Η Λευκή Αμυντική Βίβλος επισημαίνει τη σημασία που δίνει η Γαλλία στη διαχείριση των διεθνών θεμάτων σε περιοχές που εμπλέκονται τα εθνικά της συμφέροντα χωρίς όμως να έρθει αντιμέτωπη με τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ. Η Ατλαντική Συμμαχία και η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζουν να  θεωρούνται οι δυο βασικοί πυλώνες της γαλλικής αμυντικής στρατηγικής. Η συμμετοχή της Γαλλίας στην AlliedCommandTransformation επιβεβαιώνει ότι επιθυμεί να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση του δόγματος και των επιχειρησιακών δυνατοτήτων του ΝΑΤΟ. Παράλληλα ένα από τα βασικά σημεία του γαλλικού αμυντικού δόγματος είναι  και η στρατηγική σημασία της Εγγύς Ανατολής και του Περσικού Κόλπου.

Η Λευκή Βίβλος αναφέρεται και στις περικοπές των αμυντικών δαπανών που έχουν προγραμματιστεί να γίνουν από τώρα μέχρι και το 2019. Το Παρίσι προσπαθεί να εγκαταλείψει το ετεροχρονισμένο σχεδιασμό για μεγάλες χερσαίες επεμβάσεις. Το υπουργείο Άμυνας έχει δει τον αμυντικό προϋπολογισμό να μειώνεται από το 2.5% στο 1.5% του ΑΕΠ, περίπου στα 31 δις ευρώ μέσα στο 2012. Η Γαλλία έχει 280.000 άτομα προσωπικό (πολιτικό και στρατιωτικό) στις ένοπλες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων 130.000 προσωπικό του στρατού, 40.000 του ναυτικού και 55.000 της αεροπορίας. Το στρατηγικό πλάνο της γαλλικής κυβέρνησης προβλέπει ότι ο αριθμός της εκστρατευτικής γαλλικής δύναμης θα μειωθεί από τους 30.000 στρατιώτες  σε 15.000 -20.000. Οι σημαντικές περικοπές αναμένεται να γίνουν στο προσωπικό (ξηράς, βαρέων τεθωρακισμένων, μεταφορικών αεροπλάνων) και εντάσσονται στις προσπάθειες να δοθεί προτεραιότητα στις ναυτικές και αμφίβιες δυνατότητες  καθώς και στην κυβερνοάμυνα, τους κατευθυνόμενους πυραύλους, στα τηλεκατευθυνόμενα αεροπορικά συστήματα. Η προστασία του κυβερνοχώρου αναμένεται να γίνει με το σχεδιασμό μια «επιχειρησιακής αλυσίδας κυβερνόαμυνας» που θα εποπτεύεται  από κέντρο σχεδιασμού και διοίκησης του γαλλικού επιτελείου ενόπλων δυνάμεων. Εξίσου σημαντική θεωρείται και η  στρατηγική συνεργασία με τη Βρετανία ιδιαίτερα στον τομέα των πυραύλων, των μη-επανδρωμένων αεροσκαφών, του ναυτικού και των αμφίβιων επιχειρήσεων. 

 Ο γαλλικός στρατηγικός σχεδιασμός και τα όριά του

 Η Γαλλία στο πλαίσιο του στρατηγικού σχεδιασμού της για  να διαδραματίσει σημαντικότατο ρόλο στη διαμόρφωση της λήψης αποφάσεων που αφορούν «καυτά»  διεθνή ζητήματα είναι ιδιαίτερα προσεκτική.  Παρεμβαίνει στρατιωτικά μόνο σε περιπτώσεις όπου διακυβεύονται τα στρατηγικά της συμφέροντα, και συνήθως κάτω από την ομπρέλα κάποιου είδους διεθνούς συμμαχίας, η οποία παρέχει στις ενέργειές της κάποιο βαθμό νομιμότητας και δεν την εκθέτει. Η δυνατότητα  στρατιωτικής εμπλοκής αποτελεί επίσης ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα: Το Μαλί απαίτησε πολύ λίγα στρατεύματα, αλλά η Γαλλία χρειάστηκε επιπλέον βοήθεια σε βασικούς τομείς, όπως στον ανεφοδιασμό, στο θέμα των πληροφοριών, της παρακολούθησης και της αναγνώρισης. Για μεγαλύτερες επιχειρήσεις (όπως αυτές στη Λιβύη ή τη Συρία), η Γαλλία δεν έχει το μέγεθος και τη δυνατότητα που απαιτούνται και δεν μπορεί να δραστηριοποιηθεί χωρίς  να έχει κάποιον συνασπισμό κρατών.

Η αποτυχία από τις δυτικές δυνάμεις να βομβαρδίσουν τη Συρία είναι ένα σαφές παράδειγμα αυτής της τάσης. Στις αρχές του 2013, το Παρίσι και το Λονδίνο πίεσαν την Ουάσιγκτον να παρέμβει στη συριακή διαμάχη, αλλά στον απόηχο της απόρριψης της στρατιωτικής δράσης από το Βρετανικό Κοινοβούλιο, και αντιμετωπίζοντας παράλληλα την αναποφασιστικότητα των ΗΠΑ σχετικά με το θέμα, το Παρίσι γρήγορα εγκατέλειψε την πίεση για ανάληψη στρατιωτικής δράσης. Σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το Παρίσι δεν θέλει την Τεχεράνη να μπει σε ανταγωνισμό για τα πυρηνικά στη Μέση Ανατολή, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει τα γαλλικά συμφέροντα στην περιοχή, γι ‘αυτό και πραγματικά ενδιαφέρεται να περιορίσει τις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης.

Παράλληλα το Παρίσι βλέπει, σύμφωνα με ανάλυση του αμερικάνικου Stratfor και διαφαινόμενα οικονομικά οφέλη από την ανεπαρκή πολιτική του  Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου και από την υφιστάμενη αμερικάνικη στρατηγική  στη Μέση Ανατολή. Διάφορες σημαντικές αμυντικές συμβάσεις, αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων είναι διαθέσιμες στην περιοχή του Κόλπουαπό αεροσκάφη, μέχρι πολεμικά πλοία και πυραυλικά συστήματα. Η Γαλλία κυρίως ανταγωνίζεται τη Βρετανία και τις ΗΠΑ στις αμυντικές συμφωνίες και επιδιώκει να εδραιωθεί ως βασικός σύμμαχος της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, καθώς προσπαθεί να ενδυναμώσει τους βιομηχανικούς της δεσμούς με την περιοχή.

Η  Γαλλία επιδιώκει να εκμεταλλευτεί τα κοινά συμφέροντα με τις χώρες του Κόλπου σε Συρία και Ιράν για να προωθήσει τις αμυντικές προσφορές της. Ταυτόχρονα όμως συνειδητοποιεί ότι αν και αυτή η πολιτική  μπορεί να ενισχύσει τους στόχους της,  δύσκολα θα αποτελέσει το καθοριστικό κριτήριο που θα επηρεάσεις  τις επιλογές  για τις προμήθειες όπλων. Οι αμυντικοί δεσμοί των ΗΠΑ με τις χώρες του Κόλπου είναι ισχυροί, και αν και χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ υπογράψουν περαιτέρω συμφωνίες για αμυντικό εξοπλισμό με τη Γαλλία, η εκτίμηση είναι ότι  δεν θα μπορέσει εύκολα να αποκτήσει τη «μερίδα του λέοντος» στην μεγάλη και προσοδοφόρα  αγορά όπλων του Κόλπου.

Συμπεράσματα

Οι φιλοδοξίες του Παρισιού στην περιοχή της Μέσης Ανατολής δείχνουν ότι επιδιώκει να καλύψει, σύμφωνα με ανάλυση του MiddleEastMonitor  το κενό εξουσίας που αφήνουν οι ΗΠΑ στη συγκεκριμένη περιοχή. Κράτη όπως η Γαλλία επισημαίνει αναλυτής της αμερικάνικoυ thinktank  RAND είναι πλήρως ενημερωμένες για την ισορροπία δυνάμεων που επικρατεί στη Μέση Ανατολή και επιδιώκουν να προωθήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα.  Η Μέση Ανατολή είναι για τους γάλλους ηγέτες ότι είναι το Μεξικό για τις ΗΠΑ, μια στρατηγική «πίσω αυλή» όπου οι εξελίξεις επηρεάζουν τον πυρήνα των εθνικών συμφερόντων τους.

Το Παρίσι για να μπορέσει να διατηρήσει το δυναμικό και παρεμβατικό ρόλο του μέσα στη Μέση Ανατολή θα πρέπει να αλλάξει τις εθνικές του προτεραιότητες: να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες , να ενισχύσει τη στρατιωτική συνεργασίας με τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να επανεκτιμήσει τις σχέσεις της με το Ισραήλ.

Η γαλλική εξωτερική πολιτική είναι άμεσα συνυφασμένη και με την εσωτερική πολιτική του προέδρου Φρανσουά Ολάντ που έχει γίνει στόχος εκτεταμένων επικρίσεων. Η κυβέρνηση του  Παρισιού  αναζητά βραχυπρόθεσμα οφέλη από την εξωτερική πολιτική προκειμένου να ενισχυθεί στο εσωτερικό. Ο   Φρανσουά Ολάντ έχει χάσει πολύ  από την δημοτικότητά  του εξαιτίας της στασιμότητας της οικονομίας και της αύξησης της ανεργίας. Οι  δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι τα 2/3 του πληθυσμού είναι πρόθυμα να κατέβουν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν. Η εξωτερική πολιτική είναι ένας από τους λίγους τομείς που η κυβέρνηση μπορεί να επιδείξει δύναμη και  αποφασιστικότητα,  το είδος της ηγεσίας που πιστεύουν οι Γάλλοι ότι λείπει από τον πρόεδρο  Ολάντ. Είναι άλλωστε και  ένας από τους λόγους που το Παρίσι έχει υιοθετήσει μια σκληρή στάση στη διεθνή διπλωματία. Ωστόσο η  συγκεκριμένη στρατηγική έχει και τα  όρια της  καθώς οι περισσότεροι γάλλοι ψηφοφόροι ανησυχούν πιο πολύ  για την οικονομία της χώρας παρά για τις εξωτερικές υποθέσεις.

Του Γιώργου Ξ. Πρωτόπαπα

Αναλυτής στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών και Αμερικάνικων Μελετών (RIEAS)

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Άμυνα&Διπλωματία, Τεύχος 267, Δεκέμβριος 2013, σσ.22-24

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s