Ισραήλ -Τουρκία – Ιράν: Ανταγωνισμός και περιφερειακές ισορροπίες

Οι γεωπολιτικές εξελίξεις της Μέσης Ανατολής μεταβάλουν την ισορροπία δυνάμεων και δημιουργούν νέα δεδομένα στο περιφερειακό σύστημα ασφαλείας που φαίνεται να δικαιώνουν τη ρεαλιστική σχολή σκέψης των διεθνών σχέσεων. H θεωρεία ότι τα κράτη είναι οι πιο σημαντικοί δρώντες και έχουν ως καθήκον την επιβίωση τους μέσα στο άναρχο δομημένο σύστημα ασφαλείας αποδεικνύεται στη Μέση Ανατολή. H αμερικανό – ρωσική προσέγγιση για τη διπλωματική επίλυση της Συρίας και η πρόσθεση του Ιράν να ασκήσει μια μετριοπαθή διπλωματία προς τη Δύση καταστούν σαφές ότι οι μεγάλες δυνάμεις (κρατικές οντότητες) ΗΠΑ και Ρωσία, έχουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις καταστάσεις. 

Οι περιφερειακοί δρώντες, Ισραήλ, Ιράν, Τουρκία καλούνται, από την πλευρά τους,  να επανεξετάσουν τις στρατηγικές τους και να προσαρμοστούν στο υπό διαμόρφωση  γεωπολιτικό περιβάλλον. Το Ισραήλ  εμμένει στη σκληροπυρηνική του πολιτική προς την Τεχεράνη απορρίπτοντας τις όποιες παραχωρήσεις από τη Δύση προς το Ιράν. Η Τουρκία διαπιστώνει ότι έχει χάσει τα ερείσματα της μέσα στη Μέση Ανατολή και το ανταγωνιστικό της  Ιράν επιδιώκει να πείσει ΗΠΑ και Δύση ότι το πυρηνικό του πρόγραμμα δεν αποτελεί απειλή.   

Το  φονταμενταλιστικό Ισλάμ απειλεί το Ισραήλ

Το Ισραήλ  μετά το ξέσπασμα της «Αραβικής Άνοιξης» βρέθηκε μέσα σε  ένα απόλυτο εχθρικό περιβάλλον, που κάπως μεταβλήθηκε μετά την πτώση του ισλαμιστή προέδρου της Αιγύπτου Μοχάμεντ Μόρσι. Οι ισορροπίες Τελ- Αβίβ και Καΐρου αποκαταστάθηκαν με την ανάληψη της εξουσίας από τους στρατηγούς, όπου έχουν κοινό συμφέρον την εξόντωση των εξτρεμιστικών ισλαμικών στοιχείων. Η χερσόνησο του Σινά ελέγχεται  από τις αιγυπτιακές στρατιωτικές δυνάμεις που η αποστολή τους είναι ο  περιορισμός της δράσης των εξτρεμιστών μαχητών που διεισδύουν στη συγκεκριμένη περιοχή.  Παράλληλα το Ισραήλ έχει να αντιμετωπίσει τον παραδοσιακό του εχθρό τον Ιράν και τις παρενέργειες του εμφυλίου της Συρίας, κυρίως την απειλή των αντάρτικων εξτρεμιστικών ισλαμικών οργανώσεων. Το Ισραήλ πρέπει σε κάθε περίπτωση να προετοιμαστεί, σύμφωνα με ισραηλινό The Institute for National Security Studies, για τις προκλήσεις και τις επιπτώσεις ενός ενδεχόμενου διαμελισμού της Συρίας και της περιχαράκωσης του από εξτρεμιστικές ισλαμικές ομάδες (στα ισραηλινά βόρεια σύνορα). Οι συγκεκριμένες  τάσεις αναδεικνύουν την έλλειψη μιας υπεύθυνης αρχής  που θα μπορεί να αποτρέψει το λαθρεμπόριο των όπλων και τη δημιουργία τρομοκρατικών υποδομών. Οι προκλήσεις στη ισραηλινό- συριακή μεθόριο, στα Υψώματα του Γκολάν, ενδέχεται να αυξηθούν και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για ένα ακόμα μέτωπο. Το Ισραήλ και η Δύση οφείλουν να είναι πανέτοιμοι για πιθανή διάχυση  της αστάθειας της Συρίας στις γειτονικές της χώρες ώστε να αποτρέψουν μια γενική αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής.

Παράλληλα οι διαπραγματεύσεις Ιράν και Δύσης για την επίλυση του αμφιλεγόμενου πυρηνικού προγράμματος δεν είναι προς το συμφέρον του Ισραήλ, που εάν επιτευχθεί μια διευθέτηση θα βρεθεί απομονωμένο. Ο ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου έχει χαρακτηρίσει ως «ιστορικό λάθος τις όποιες παραχωρήσεις της Δύσης προς το Ιράν. Εάν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις  γενικά  υποστηρίξουν τις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη τότε το Τελ-Αβίβ θα απομονωθεί και θα φαίνεται ότι δεν ενδιαφέρεται για την επιβολή της σταθερότητας στην Μέση Ανατολή.

Η μετριοπαθής διάθεση του Ιράν

Το Ιράν αντίθετα επιδεικνύει μετριοπάθεια και προσπαθεί να επιλύσει τη διαμάχη για το αμφισβητούμενο πυρηνικό του πρόγραμμα  για προωθήσει την περιφερειακή στρατηγική του. Η Τεχεράνη επανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τη Δύση, σύμφωνα με το AmericanCenterforDemocracy έχοντας  καλύτερες γεωστρατηγικές συνθήκες από  του 2003. Το Ιράν δεν εισέρχεται στις  συνομιλίες  για τα πυρηνικά από αδύναμη θέση αλλά  μάλλον από  μια θέση ισχύος. Το περιφερειακό status της Αμερικής και η δύναμη αποτροπή της φθίνουν συνεχώς, οι σουνίτες μέσα στον αραβικό κόσμο εμφανίζονται ολοένα και πιο διχασμένοι και δεν διαφαίνονται διαδικασίες ενοποίησης στον ορίζοντα που να μπορούν να συνθέσουν ένα ισχυρό «σουνίτικο τόξο». Επιπλέον οι ΗΠΑ απογοήτευσαν τους συμμάχους όταν έδειξαν αναποφασιστικότητα, από τη στιγμή που θεωρήθηκε ότι ο πρόεδρος της Συρίας Μπασάρ Ασαντ πέρασε την «κόκκινη γραμμή» του αμερικανού ομόλογού του Μπάρακ Ομπάμα με τη χρήση χημικών όπλων. Το καθεστώτος της Δαμασκού βασίζεται στη στρατιωτική, οικονομική και επικοινωνιακή στήριξη της Τεχεράνης που αποτελεί ένα στενό σύμμαχο του.

Το Ιράν προβάλλεται ως μια χώρα που διενέργησε ειρηνικές προεδρικές εκλογές  και  που έχει την ικανότητά να διατηρήσει την εσωτερική σταθερότητα αλλά και να ασκεί επιρροή στους  γείτονες  της  εν μέσω του κενού ηγεσίας που έχει εμφανιστεί στην περιοχή και οφείλεται  τόσο στους Άραβες όσο και στην αμερικάνικη υποχωρητικότητα. Η ηγεσία της Τεχεράνης εκτιμάει ότι η Ουάσιγκτον έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι καμία περιφερειακή εξίσωση δεν είναι εφικτή   χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επιρροή του Ιράν στην περιφερειακή και διεθνή σκηνή. Το Ιράν θεωρεί ότι το μεταβαλλόμενο γεωστρατηγικό περιβάλλον εξυπηρετεί τους στρατηγικούς στόχους του.

Ο μεγάλος χαμένος της Μέσης Ανατολής

Η Τουρκία εμφανίζεται από την πλευρά της να είναι ο μεγάλος χαμένος των γεωπολιτικών εξελίξεων που συντελούνται στη Μέση Ανατολή καθώς αντιμετωπίζει προβλήματα στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της. Στην Αίγυπτο η Μουσουλμανική Αδελφότητα την οποία ένθερμα υποστηρίζει το τουρκικό ισλαμικό κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), έχασε την εξουσία μετά από παρέμβαση  του στρατού και πολλά από τα μέλη της φυλακίστηκαν και αποκλείστηκαν από το πολιτικό σκηνικό. Στη Λωρίδας  Γάζας, όπου η Τουρκία απαίτησε από το Ισραήλ να άρει τον αποκλεισμό σε αντάλλαγμα για την εξομάλυνση των διμερών τους σχέσεων, η κατάσταση έχει αλλάξει δραματικά. Η υποστηριζόμενη από τους στρατηγούς κυβέρνηση του Καΐρου και το Ισραήλ συνεργάζονται με σκοπό να εξουδετερώσουν τους εξτρεμιστές ισλαμιστές μαχητές στη χερσόνησο του Σινά και να αποδυναμώσουν την παλαιστινιακή Χαμάς.  Την ίδια στιγμή  η πολιτική της Τουρκίας προς τη Συρία  δεν αποδίδει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα καθώς οι σουνίτες αντάρτες που η Άγκυρα φιλοδοξεί να  τους δει να αντικαταστούν το Μπασάρ  Άσαντ  έχουν επισκιαστεί από οργανώσεις εξτρεμιστών ισλαμιστών  μαχητών όπως η Jabhat al – Nusra και το Ισλαμικό Κράτος Ιράκ  και Λεβάντε. Οι δύο οργανώσεις που ενστερνίζονται την Τζιχάντ (Ιερό Πόλεμο) στρατολογούν νέα μέλη  από τους εξαθλιωμένους πληθυσμούς της  νοτιοανατολικής Τουρκία. 

Το γειτονικό Ιράκ εξελίσσεται και αυτό σε ένα ακόμα πρόβλημα για την κυβέρνηση της Άγκυρας. Ο ανταγωνισμός Τουρκίας και Ιράν είναι πολύ μικρότερος μέσα  στο Ιράκ  από ότι στη Συρία αλλά δείχνει παρόμοια σημάδια στασιμότητας. Το κύριο πεδίο αντιπαλότητας μεταξύ Άγκυρας και Τεχεράνης  είναι στο ιρακινό Κουρδιστάν, όπου η πρώτη έχει προσπαθήσει να υποστηρίξει το κουρδικό σχέδιο για εξαγωγές αργού πετρελαίου προς την Τουρκία μέσω ενός αγωγού, παρά τη θέληση της Βαγδάτης . Με το έργο  να εισέρχεται πλέον στα τελικά του στάδια  η Τουρκία θα πρέπει να αποφασίσει αν μπορεί να διακινδυνεύσει μια αντιπαράθεση με  τη σιίτικη κυβέρνηση της Βαγδάτης (και κατά επέκταση με το στενό σύμμαχό της Ιράν). Η Ουάσιγκτον έχει ταχθεί κατά μια τέτοιας κίνησης και την ίδια επιπλέον πρόβλημα δημιουργεί η διάσπαση της ιρακινής κουρδική πολιτική σκηνής. Εφόσον ΗΠΑ και Ιράν συζητούν διάφορα θέματα  περιφερειακής συνεργασίας, είναι απίθανο η Τουρκία να  είναι σε θέση να υποστηρίξει μονομερώς μια πολιτική πάνω στις εξαγωγές του ιρακινού πετρελαίου που θα μπορεί απειλήσει την εδαφική ακεραιότητα του Ιράκ .

Συμπεράσματα

Οι νέες γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή θέτουν διλλήματα στις περιφερειακές δυνάμεις για την άσκηση της πολιτικής τους. Το Ισραήλ πολύ δύσκολα θα αλλάξει τη στάση του και δεν δείχνει διατεθειμένο να ανεχτεί ένα Ιράν με πυρηνικό πρόγραμμα έστω και αν τεθεί υπό τον έλεγχο της διεθνής κοινότητας και χρησιμοποιείται για ειρηνικούς σκοπούς. Το Τελ- Αβιβ δικαιολογημένα είναι καχύποπτο απέναντι στη μετατόπιση της ιρανικής εξωτερικής πολιτικής που εκδηλώνεται υπό το νέο πρόεδρο της χώρας Χασάν Ρουχανί και επιδιώκει την προσέγγιση με τη Δύση. Το Ισραήλ πρέπει να είναι προετοιμασμένο για όλα τα ενδεχόμενα και ίσως να είναι λογικό να μετριάσει κάπως τη σκληροπυρηνική ρητορική του απέναντι στο Ισραήλ για να μη θεωρηθεί από ΗΠΑ και Δύση ότι αποτελεί μια παραφωνία στις προσπάθειες για την επιβολή της ειρήνης στη Μέση Ανατολή. Η κυβέρνηση του Τέλ- Αβιβ θα μπορούσε να εφαρμόσει την πολιτική του «βλέποντας και κάνοντας» και να είναι την ίδια στιγμή προετοιμασμένη να προστατέψει με κάθε τρόπο (έστω και με κόστος) την εθνική ασφάλειας της χώρας. Το Ιράν από την πλευρά του χρεώνεται σε ένα μεγάλο βαθμό την μετατόπιση της ισορροπίας δυνάμεων καθώς επέλεξε να αφήσει το συγκρουσιακό προφίλ του και να το αντικαταστήσει με ένα πιο διπλωματικό. Το εάν οι συνομιλίες της Τεχεράνης με τη Δύση ευοδωθούν αυτό δεν μπορεί εκ των προτέρων να το γνωρίζει κάποιος. Όμως το Ιράν πρέπει να λάβει υπόψη ότι αυτές οι συνομιλίες ενδέχεται να αποτελούν και την τελευταία ευκαιρία για μια επίλυση των πυρηνικών καθώς οι ΗΠΑ την παρούσα στιγμή αποδεικνύονται οικονομικά και στρατιωτικά αδύναμες να εμπλακούν σε μια άλλη περιπέτεια στη Μέση Ανατολή μετά τα αρνητικά παραδείγματα του Ιράκ και του Αφγανιστάν.  Ουάσιγκτον και Τεχεράνη αντιλαμβάνονται, ότι δεν είναι συνετό να διολισθήσουν σε λάθη του παρελθόντος και ότι οι γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή τους αναγκάζουν να πράξουν το καλύτερο δυνατό για να επιτευχθεί μια λύση. Το Ιράν επιθυμεί τη χαλάρωση των διεθνών οικονομικών κυρώσεων με αντάλλαγμα παραχωρήσεις πάνω στη διαδικασία ανάπτυξης του πυρηνικού του προγράμματος  που ισχυρίζεται ότι είναι για ειρηνική χρήση. Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους θέλουν να διαπιστώσουν ότι η Τεχεράνη έχει ειλικρινές προθέσεις και να διασφαλίσουν ότι δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό οπλοστάσιο. 

 

Οι ΗΠΑ πλέον επιδιώκουν να μοιραστούν το βαρύ και αιματηρό καθήκον της διαχείρισης της Μέσης Ανατολής και αναζητούν συνεργάτες. Ένα ειρηνικό Ιράν μπορεί να διαδραματίσει ένα τέτοιο ρόλο υπό αυστηρές προϋποθέσεις που θα διασφαλίζουν στο έπαρκο την ασφάλεια του Ισραήλ, του στενού συμμάχου των Αμερικανών. Αντίθετα  ΗΠΑ και Τουρκία που θεωρητικά έχουν μια σειρά από κοινά στρατηγικά συμφέροντα δηλαδή την εξισορρόπηση της ισχύος του Ιράν και  της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή δείχνουν ότι δεν μπορούν να επιτύχουν μια  συνεργασία. Η Ουάσιγκτον δεν αντιλαμβάνεται τη δεδομένη στιγμή, σύμφωνα με το αμερικάνικο ινστιτούτο Stratfor, την Άγκυρα ως ένα εταίρο αρκετά ισχυρό ή αρκετά αξιόπιστο για να τη βοηθήσει στη διαχείριση της περιοχής  διότι εξακολουθούν να διαφωνούν ριζικά σε λεπτομέρειες τακτικής φύσης. Οι εξελίξεις αναγκάζουν εκ των πραγμάτων τις ΗΠΑ να συνεργαστούν με  τους αντιπάλους τους  με στόχο την αναζήτηση μιας διευθέτησης που θα μειώσει το ρόλο της Ουάσιγκτον ως διαχειριστή της Μέσης Ανατολής. Οι κινήσεις της  Ουάσιγκτον, επομένως, αφήνουν την Τουρκία ακόμη πιο απομονωμένη σε περιφερειακό επίπεδο. Η αμερικανό- ρωσική συνεργασία για την επίλυση της κρίσης  της Συρίας και ο αμερικανό –ιρανικός διάλογος  υπονομεύει σε μέγιστο βαθμό το σχέδιο της Τουρκίας καθώς και τις προσπάθειες της για τη  δημιουργία μια μετριοπαθής σουνίτικης κυβέρνησης που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον Ασαντ. Ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία βέβαια δεν θα τελειώσει εξαιτίας  των διαπραγματεύσεων, αλλά Ουάσιγκτον, Τεχεράνη και  Μόσχα μπορούν για διάφορους λόγους, να συμφωνήσουν στη διατήρηση του καθεστώς της Δαμασκού.

Του Γιώργου Ξ. Πρωτόπαπα

Αναλυτής στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών και Αμερικάνικων Μελετών (RIEAS)

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Άμυνα & Διπλωματία, Τεύχος 266,Νοέμβριος 2013.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s