Σύγκρουση μεγατόνων Ερντογάν και Γκιουλέν

H εξουσία διαφθείρει και ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν δεν αποτελεί εξαίρεση του κανόνα καθώς έχει παραβιάσει το «κοινωνικό του συμβόλαιο» με το λαό και δέχεται ένα νέο δεύτερο μεγάλο κύμα αμφισβήτησης με αφορμή το ξέσπασμα των σκανδάλων δωροδοκίας. Η Τουρκία εισέρχεται σε μια περίοδο έντασης που διαμορφώνει νέες πολιτικές ισορροπίες και αναμένεται να επηρεάσει και την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της. Το σκάνδαλο διαφθοράς που εμπλέκει την ισλαμική κυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚP) αποκαλύπτει τη διαμάχη για την εξουσία δυο προσωπικοτήτων, του πρωθυπουργού Ερντογάν και του αμφιλεγόμενου αυτοεξορίστου στις ΗΠΑ ισλαμιστή διανοούμενου – ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν, ο οποίος διαθέτει ένα πανίσχυρο διεθνές εκπαιδευτικό και οικονομικό δίκτυο και έχει δημιουργήσει μέσω του κινήματος Χιζμέτ ένα «κράτος εν κράτει» στον κρατικό μηχανισμό, στα σώματα ασφαλείας, στη δικαιοσύνη και στο ίδιο το κυβερνών κόμμα.

Οι δυο πρώην σύμμαχοι, Ερντογάν και Γκιουλέν, «μαθητής» και «μέντορας» αντίστοιχα, εξελίσσονται σε δυο θανάσιμους εχθρούς με έπαθλο τη «ψυχή» της Τουρκίας. Ο Γκιουλέν διαπιστώνει ότι ο «μαθητής» του παραβιάζει τις αρχές της διδασκαλίας του, δηλαδή της ειρηνικής συνύπαρξης και της ανεκτικότητας. Ο Ερντογάν που προσπαθεί να περάσει στο πάνθεον της τουρκικής σύγχρονης ιστορίας ως αναμορφωτής της χώρας  και να γίνει ο πρώτος εκλεγμένος  από το λαό πρόεδρος βλέπει τις φιλοδοξίες του να εξανεμίζονται διότι εκτός από τις κατηγορίες και τις αντιδράσεις για προώθηση ισλαμικής ατζέντας ελέγχεται πλέον και για το ήθος της διακυβέρνησής του.

Η αποκάλυψη του σκανδάλου διαφθοράς σόκαρε την τουρκική κοινωνία που είδε ανώτατους κρατικούς λειτουργούς να οδηγούνται ενώπιον της δικαιοσύνης. Όμως ο Ερντογάν σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στα δημοκρατικά πολιτεύματα, υποστήριξε τους φερόμενους ως ενόχους και κατηγόρησε τους εισαγγελείς και τις διωκτικές αρχές ότι απέφυγαν σκοπίμως να τον ενημερώσουν διότι υποκινούνται από  πολιτικά κίνητρα που επιδιώκουν να αποσταθεροποιήσουν τη χώρα και την κυβέρνηση του. Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε το σκάνδαλο διαφθοράς ως «τη μεγαλύτερη προδοσία» που κατευθύνεται από «διεθνείς οργανώσεις» και «σκοτεινές δυνάμεις» που θέλουν να υπονομεύσουν το προφίλ και την  οικονομία  της χώρας.Η κυβέρνηση προχώρησε  στη μετάθεση περίπου 350 αστυνομικών από την Άγκυρα σε μια  προσπάθεια να εξαλείψει αυτό που ο Ερντογάν περιγράφει ως «παράλληλο κράτος», μια αναφορά για εκείνους πους στελεχώνουν τις αρχές επιβολής του νόμου και  ανήκουν  στο κίνημα Χιζμέτ του Γκιουλέν. Εκτιμάται ότι 1700 αστυνομικοί έχουν σύμφωνα με την εφημερίδα Hurriyet μετατεθεί σε Κωνσταντινούπολη, Άγκυρα και  Σμύρνη από τη στιγμή που έγιναν οι πρώτες συλλήψεις για το σκάνδαλο  διαφθοράς.

«Μαθητής» εναντίον «Μέντορα» και νέες συμμαχίες

Η συμβιωτική σχέση του ισλαμικού κυβερνών κόμματος AKPκαι του Φετουλάχ Γκιουλέν συμπεριλάμβανε σοβαρές διαφωνίες σε θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, που βγήκαν στην επιφάνεια  το 2012.  Τότε  ένας εισαγγελέας αποφάσισε να καλέσει τον Χακάν Φιντάν επικεφαλή της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών MIT για κατάθεση αναφορικά με τις συναντήσεις που είχε στο Όσλο με εκπροσώπους του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK) με αντικείμενο τις διαπραγματεύσεις ειρήνευσης. Ο Ερντογάν αντέδρασε και απέτρεψε την κατάθεση Φιντάν με την υιοθέτηση ενός νόμου που εφεξής δεν επιτρέπει σε δικαστικούς λειτουργούς να καλούν τον εκάστοτε επικεφαλής της ΜΙΤ . Αμέσως μετά έβαλε στο  στόχαστρό του και το εκπαιδευτικό δίκτυο του Γκιουλέν απειλώντας να καταργήσει τα ιδιωτικά προπαρασκευαστικά σχολικά κέντρα για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια που χρηματοδοτούνται από τον ισλαμιστή διανοούμενο. Οι μαζικές διαδηλώσεις του 2013 για το πάρκο Γκεζί της Κωνσταντινούπολης αποτέλεσαν ένα ακόμα σημαντικό σημείο διαφωνίας μεταξύ Ερντογάν και Γκιουλέν με τον δεύτερο να επικρίνει τον πρώτο για βίαια συμπεριφορά εναντίον των διαδηλωτών.

Ο Ερντογάν ευθύνεται ο ίδιος για την αμφισβήτηση του καθώς τυφλωμένος από την εξουσία σταμάτησε να  αφουγκράζεται τις ανάγκες του λαού και επένδυσε στην πολιτική του να γίνει ένας νέος  «σουλτάνος», ένας απόλυτος και αυταρχικός ηγέτης. Δεν κατάφερε να προβλέψει σωστά τις εξελίξεις και υπερεκτίμησε τις δυνατότητες του. Όταν ανέβηκε στην εξουσία το 2003 εμφανίστηκε ως ένας ηγέτης ο οποίος ένωνε την Τουρκία και ήθελε να αλλάξει το σαθρό πολιτικό σύστημα  που ελέγχονταν από το κοσμικό και στρατιωτικό κατεστημένο.

Η εκλογή του Ερντογάν στην πρωθυπουργία και το πολυδιαφημιζόμενο μετριοπαθές ισλαμικό πολιτικό μοντέλο προσέδωσαν ένα ηγετικό ρόλο στην Τουρκία: (α)παγκόσμιοι καπιταλιστές δικτυώθηκαν με την Τουρκία και χρήματα διοχετεύτηκαν μέσα στη χώρα, (β) η Τουρκία δέχτηκε μια χωρίς προηγούμενο διπλωματική υποστήριξη στη διεθνή σκηνή, (γ) οι ευρωπαίοι αναγκάστηκαν να επανεκκινήσουν  τη διαδικασία ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, (δ) ευνοήθηκε η εκκαθάριση των ακραίων κοσμικών στοιχείων του στρατού, (ε) δημιουργήθηκαν σοβαρές δημοσιονομικές και πολιτικές σχέσεις με γειτονικές χώρες και με βάση το δόγμα των «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες πραγματοποιήθηκαν κοινές υπουργικές συνεδριάσεις και (στ) άνοιξε ένας διάδρομος προς την Αφρική.

Όμως το σκάνδαλο της διαφθοράς αποδεικνύεται, σύμφωνα με το βρετανικό thinktankOpenDemocracy ιδιαίτερα καταστρεπτικό για τον Ερντογάν καθώς αποκαλύπτει τα σημάδια αδυναμίας του. Ο Ερντογάν ποτέ δεν ήταν τόσο  μόνος κατά τη διάρκεια της δεκαετής διακυβέρνησής του. Στις προηγούμενες κρίσεις αν και είχε χάσει τη στήριξη των φιλελεύθερων, των μειονοτήτων, του Ισραήλ και των ΗΠΑ, είχε στο πλευρό του υπουργικό συμβούλιο, Γκιουλενιστές και τους θεσμούς (αστυνομία, δικαστικός κλάδος). Τώρα ο Ερντογάν έχει χάσει τα συγκεκριμένα στηρίγματα και άτομα τα οποία θεωρούνταν στενοί του σύμμαχοι τον επέκριναν. Όταν ο υπουργός Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας Ερντογάν Μπαϊρακτάρ παραιτήθηκε κάλεσε και τον πρωθυπουργό να κάνει το ίδιο για να ρίξει τους τόνους και να διευκολύνει την έρευνα για τη διαφθορά. Ωστόσο το σημείο που κάνει τη μεγάλη διαφορά  και αλλάζει τα δεδομένα είναι ότι ο Ερντογάν έχει πλέον απολέσει  την στήριξη του δικτύου Χιζμέτ του Γκιουλέν καθώς και την αξιοπιστία του μέσα σε αυτό, το  μεγαλύτερο από όλα τα ισλαμικά κινήματα της χώρας.

Η ρήξη Ερντογάν και Γκιουλέν αναδιαμορφώνει τις ευαίσθητες πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες, δημιουργώντας νέες συμμαχίες και διαλύοντας παλιές, με βάση το γνωμικό «ο εχθρός του εχθρού μου φίλος μου». Ο Ερντογάν εξετάζει, σύμφωνα με τον τουρκικό Τύπο, την επαναπροσέγγιση με το παλαιό του εχθρό, το στρατό, με την επανεξέταση των δικών αξιωματικών και στρατηγών που αφορούν τις υποθέσεις  συνομωσίας για πτώση της ισλαμικής κυβέρνησης (σχέδιο «Βαριοπούλα» και την παρακρατική οργάνωση Εργκένεγκον). Το στίγμα έδωσε ο Γιαλσίν Ακντογκάν, ένας από τους κορυφαίους συμβούλους του Ερντογάν, γράφοντας στην εφημερίδα Star, ότι για τους αξιωματικούς που καταδικάστηκαν στην υπόθεση Εργκένεγκον, ο πραγματικός ένοχος ήταν το κίνημα Γκιουλέν, ένα πανίσχυρο ισλαμικό δίκτυο, ύποπτο για τη δημιουργία ενός μεγάλου φέουδου μέσα στις τάξεις της τουρκικής αστυνομίας και της δικαιοσύνης. Ο Ερντογάν επιδιώκει, σύμφωνα με αναλυτές, να δυσφημίσει τον Γκιουλέν, με το να δείξει ότι οι δίκες των αξιωματικών έγιναν με ένα αθέμιτο τρόπο που δεν συνάδει με τις διαδικασίες για μια  αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης. Οι κατηγορίες προς το κίνημα Χιζμέτ αναμένεται να  εντατικοποιηθούν καθώς πλησιάζουν οι τοπικές εκλογές του Μαρτίου 2014. Εντάσσονται στο πλαίσιο της  στρατηγικής που έχει αποσκοπεί στο να καταφέρει ο πρωθυπουργός να επανακτήσει την εμπιστοσύνη της εκλογικής του βάσης.

Το κίνημα του Γκιουλέν που συνέβαλλε τα μέγιστα στην παγίωση της παντοκρατορίας του Ερντογάν, αναζητεί και αυτό από την πλευρά του νέους εταίρους. Το Χιζμέτ κινήθηκε, σύμφωνα με την εφημερίδα Zaman, προς την αξιωματική αντιπολίτευση, το  κοσμικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) που θεωρείται ότι εκφράζει το παρελθόν και το κοσμικό-στρατιωτικό κατεστημένο. Όμως μια τέτοια συμμαχία δεν είναι καθόλου εύκολη να υλοποιηθεί, εάν το CHPδεν αποβάλει τα κύρια χαρακτηριστικά του και δεν αντιληφθεί ότι θα πρέπει να αποτελέσει μέρος ενός ευρύτερου πολιτικό-οικονομικού- κοινωνικού συνασπισμού που θα έχει μόνο ένα στόχο: τον Ερντογάν, τον κοινό εχθρό.

Το δόγμα των «μηδενικών συμμάχων»

Ο Ερντογάν έχει ανοίξει παράλληλα και ένα άλλο εξίσου σοβαρό μέτωπο στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Το δόγμα των «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες μετατράπηκε σε δόγμα των «μηδενικών συμμάχων. Οι ιθύνοντες νόες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής απέτυχαν να εκτιμήσουν σωστά τις επιπτώσεις της Αραβικής Άνοιξης σε Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. Η ενίσχυση του διεθνούς προφίλ της Τουρκίας που είχε βασιστεί στη ξένη υποστήριξη την οδήγησε σε μια απατηλή αίσθηση αυτοπεποίθησης και ανεξαρτησίας. Η Τουρκία με το δόγμα ανασύστασης της «Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» έδειξε σύμφωνα με την εφημερίδα Zaman, την πρόθεσή της να κυριαρχήσει στην αραβική Μέση Ανατολή με αποτέλεσμα η συμφωνία της με τους διαμορφωτές της λήψης αποφάσεων για την παγκόσμια πολιτική να παραβιαστεί.

Ο τούρκος πρωθυπουργός αμέσως τάχθηκε υπέρ των νέων πολιτικών δυνάμεων, των καταπιεσμένων σουνίτικων ισλαμικών κινημάτων που ανήλθαν στην εξουσία μετά από την πτώση των αυταρχικών καθεστώτων σε Αίγυπτο και Λιβύη. Την ίδια στιγμή  εξελίχθηκε σε  έναν από τους πιο σφοδρούς επικριτές του προέδρου της Συρίας Μπασάρ Ασαντ, υποστηρίζοντας και τις ξένες εξτρεμιστικές ισλαμικές ομάδες που πολεμούν εναντίον του μαζί με τις σουνίτικες συριακές αντιπολιτευτικές δυνάμεις. Παράλληλα συνδέθηκε στενά  και με τον πρώην ισλαμιστή πρόεδρο της Αιγύπτου Μοχάμεντ Μόρσι, της σουνίτικης Μουσουλμανικής Αδελφότητας και συνέχισε την επικριτική στάση του κατά του Ισραήλ με αφορμή το Παλαιστινιακό, φιλοδοξώντας να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις.

Η διεθνή ισορροπία δυνάμεων, και δη της Μέσης Ανατολής δεν ευνοεί πλέον την Τουρκία. Οι ηγέτες της Μέσης Ανατολής δεν λυπούνται, σύμφωνα με ανάλυση του AlMonitor, τον Ερντογάν για τα τεράστια εσωτερικά προβλήματα του καθώς έχουν εχθρικά αισθήματα απέναντι του. Η Άγκυρα έχει δυσαρεστήσει τον πρωθυπουργό του Ιράκ Νουρί αλ Μαλικί επειδή στηρίζει το Κουρδικό Βόρειο Ιράκ στη διαμάχη με την κεντρική κυβέρνηση της Βαγδάτης για την εκμετάλλευση των πετρελαϊκών αποθεμάτων. Ο ισχυρός άντρας της Αιγύπτου στρατηγός Φατάχ αλ Σίσι θεωρεί τον Ερντογάν υποστηρικτή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας του εκπτώτου  Μοχάμεντ Μόρσι και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου στενό σύμμαχο της παλαιστινιακής οργάνωσης Χαμάς που ελέγχει τη Λωρίδα της Γάζας.  Ο πρόεδρος Άσαντ από την πλευρά του έχει καταφέρει να επιβιώσει μετά τη συμφωνία με τα χημικά όπλα που σύναψε με ΗΠΑ και Ρωσία –   έχουν κάθε συμφέρον  να εμποδίσουν την επέκταση του ισλαμικού φονταμενταλισμού από τη Συρία προς τη Μέση Ανατολή και το Βόρειο Καύκασο, αντίστοιχα. Η Τουρκία απομονώνεται συνεχώς από τη διεθνή κοινότητα στρέφοντας  τα παγκόσμια κέντρα εξουσίας εναντίον της. Την ίδια στιγμή η εσωτερική κρίση της αφαιρεί τη δυνατότητα να διαδραματίσει  σημαντικό ρόλο στη Μέση Ανατολή.

Συμπεράσματα

Η Τουρκία βιώνει με νέα διαμάχη που αυτή τη φορά δεν είναι μεταξύ κοσμικών – στρατιωτικών και  ισλαμικής κυβέρνησης αλλά μεταξύ δυο πρώην ισλαμιστών στενών συμμάχων, του Ερντογάν και του αμφιλεγόμενου ισλαμιστή διανοούμενου Φετουλάχ Γκιουλέν. Η χώρα κινδυνεύει να ολισθήσει σε μια περίοδο αστάθειας αν ο πρωθυπουργός συνεχίσει να κλιμακώνει την αντιπαλότητα.  Ο Ερντογάν έχει δείξει ότι λύνει τις κρίσεις «πετώντας το μπαλάκι» στην «άλλη πλευρά του γηπέδου» και ότι  χρησιμοποιεί τη φήμη του σταθεροποιητή επενδύοντας στη μεσαία τάξη και την κοινωνία στο σύνολο της. Όμως η τωρινή κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική καθώς ο Ερντογάν φαίνεται να χάνει και έναν από τους ισχυρότερους του συμμάχους, τις επιδόσεις της τουρκικής οικονομίας. Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας στέλνουν προειδοποιητικά μηνύματα  στην κυβέρνηση κάτι που δεν ικανοποιεί τους επενδυτές και τους επιχειρηματίες. Ο πρωθυπουργός έχει να αντιμετωπίσει μια συσσωρευμένη και μαζική αμφισβήτηση, πολύ διαφορετική καθώς έχει χάσει την αξιοπιστία του μέσα στους μετριοπαθείς ισλαμιστές και στις διάφορες κοινωνικές και μειονότητες ομάδες που τον στήριζαν εδώ και μια δεκαετία. Το ζητούμενο είναι εάν θα μετριάσει τους τόνους ή θα συνεχίσει την κατά μέτωπο αντιπαράθεση με τον Γκιουλέν, υιοθετώντας το γνωστό παίγνιο των διεθνών σχέσεων, το αποκαλούμενο «chickengame» (δύο οδηγοί κατευθύνονται ο ένας  προς τον άλλο ακολουθώντας πορεία σύγκρουσης και αυτός που θα κάνει στραβοτιμονιά θεωρείται δειλός. Όμως ενδέχεται να συνεχίσουν και μπορεί να πεθάνουν και οι δυο κατά τη σύγκρουση). Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο «πόλεμος» Ερντογάν και Γκιουλέν θα έχει παράπλευρες απώλειες  σε πολιτικό, κρατικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο με ότι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον της χώρας.   

Του Γιώργου Ξ. Πρωτόπαπα

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Αμυνα & Διπλωματία”, Τεύχος 269, Φεβρουάριος 2014

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s