Τα εθνικά συμφέροντα και το μέτωπο κατά του ISIS

H επέκταση της ισλαμικής εξτρεμιστικής οργάνωσης του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Συρία (ISIS) στη Μέση Ανατολή αποτελεί μια κοινή απειλή για τη διεθνή κοινότητα και απαιτεί για την καταπολέμησή της μια συλλογική συνεργασία των ΗΠΑ με μεγάλες δυνάμεις και περιφερειακούς δρώντες. Όμως τα διαφορετικά εθνικά συμφέροντα και σε αυτήν την περίπτωση όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν, εμποδίζουν την ανάληψη μιας αποτελεσματικής στρατιωτικής εκστρατείας εναντίον του ISIS.

Η Ουάσινγκτον υποτίμησε εξαρχής τη δυναμική των ισλαμιστών εξτρεμιστών που μάχονταν στο πλευρό της συριακής μετριοπαθής αντιπολίτευσης με στόχο την πτώση του καθεστώτος της Δαμασκού. Το ISIS κατάφερε να κυριαρχήσει και να εξελιχθεί σε διαμορφωτή των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Η αντιμετώπιση του έχει καταστεί άμεση προτεραιότητα για την αμερικάνικη κυβέρνηση του Μπάρακ Ομπάμα που επιδιώκει να δημιουργήσει μια ισχυρή «συμμαχία προθύμων» για την αποτροπή του «spill over» στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Οι ΗΠΑ για να μπορέσουν να διεξάγουν μια αποτελεσματική χερσαία επιχείρηση στη Συρία εναντίον του ISIS πρέπει να έχουν στο πλευρό τους και τη συναίνεση και άλλων μεγάλων δυνάμεων που να εξασφαλίζει την πλήρη νομιμοποίηση της.

Σινο-ρωσική συμμαχία

Η Ρωσία μόνιμο κράτος – μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών έχει τη δυνατότητα να διαδραματίσει σημαντικότατο ρόλο στην καταπολέμηση του ISIS αλλά εξαιτίας της κρίσης της Ουκρανίας έχει εισέλθει με την Ουάσινγκτον σε μια πορεία διπλωματικής σύγκρουσης. Η Μόσχα δείχνει στα διεθνή και εγχώρια ΜΜΕ ότι έχει επέλθει οριστική ρήξη στις σχέσεις με την Ουάσινγκτον και αποκλείει την «επαναφορά» τους στην προηγούμενη περίοδο. Ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν κατηγορεί την Ουάσινγκτον ότι υποκίνησε την κρίση της Ουκρανίας υποστηρίζοντας τους ακραίους εθνικιστές του Κιέβου και ο πρωθυπουργός Ντίμτρι Μεντβέντεφ κατέστησε σαφές ότι η «επαναφορά» των σχέσεων με τις ΗΠΑ είναι «αδύνατη» και ότι οι δεσμοί μεταξύ των δύο δυνάμεων έχουν καταστραφεί από τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί από τη Δύση στη χώρα του.

Η Μόσχα σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και τη Δύση έχει ταχθεί στο πλευρό του προέδρου Μπασάρ Άσαντ από την αρχή του συριακού εμφυλίου και μαζί με το Ιράν αποτελεί έναν από τους πιο στενούς συμμάχους του. Το καθεστώς της Δαμασκού εξυπηρετεί τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Ρωσίας καθώς της παρέχει πρόσβαση στη Μεσόγειο με τη χρήσης της συριακής βάσης της Ταρσό. Το θέμα του Άσαντ παραμένει σημείο σύγκρουσης για ρώσους και αμερικανό – ευρωπαίους, καθώς η Μόσχα τον θεωρεί απαραίτητο στη μετά-πολεμική περίοδο ενώ οι δυτικοί επιζητούν την απομάκρυνση του.
Όμως το ενδεχόμενο επέκτασης τους ΙSIS στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Ρωσίας αποτελεί μια άμεση απειλή για την εθνική ασφάλεια της. Η Ρωσία έχει ήδη τη δική της ιστορία στον πόλεμο εναντίον της ισλαμικής τρομοκρατίας και έχει γίνει στόχος βίαιων τρομοκρατικών επιθέσεων. Οι περιοχές ειδικής ανησυχίας είναι Τσετσενία, Νταγκεστάν, Καμπαρντίνο- Μπαλκαρία, Ινγκουσετία και Δημοκρατία του Ταταρστάν. Οι αντιτρομοκρατικοί μηχανισμοί της Ρωσίας βρίσκονται σε επιφυλακή για να προστατέψουν την ασφάλεια της χώρας. Οι αντιτρομοκρατικές αρχές πρέπει να αποτρέψουν και την επιστροφή των ρώσων ισλαμιστών εξτρεμιστών που μάχονται κατά των κυβερνητικών δυνάμεων του Άσαντ.

H Κίνα εμφανίζεται και αυτή απρόθυμη να εμπλακεί σε μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Συρία (ISIS) και είναι δύσπιστη απέναντι στις προθέσεις των ΗΠΑ. Το Πεκίνο θεωρεί ότι μόνο τα Ηνωμένα Έθνη έχουν το δικαίωμα να εγκρίνουν στρατιωτική επέμβαση σε μια χώρα. Ωστόσο η επέκταση του ISIS απειλεί τα οικονομικά συμφέροντα της ασιατικής χώρας καθώς και την εθνική της ασφάλεια. Η Κίνα έχει κάνει σημαντικές επενδύσεις στην ιρακινή πετρελαϊκή βιομηχανία και η Μέση Ανατολή καλύπτει το μισό των ενεργειακών αναγκών της. Επιπλέον το Πεκίνο ανησυχεί για ενδεχόμενη διείσδυση του ISIS στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της επαρχίας Ξινγιάνγκ που έχουν εκδηλώσει αποσχιστικές τάσεις. Οι κινέζικες αρχές ασφαλείας εντείνουν τα μέτρα τους εναντίον των αυτονομιστών μουσουλμάνων Ουϊγούρων και το ISIS έχει στρατολογήσει κινέζους ισλαμιστές εξτρεμιστές μαχητές. Τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες η βία στην επαρχία Ξινγιάνγκ κλιμακώθηκε καθώς το Μάρτιο οι Ουϊγούροι αυτονομιστές με τρομοκρατικό χτύπημα στο σιδηροδρομικό σταθμό Κουνμίνγκ προκάλεσαν το θάνατο τριάντα ένα ανθρώπων. Το Πεκίνο έχει δυσαρεστηθεί με κάποιες δυτικές κυβερνήσεις που βλέπουν με σκεπτικισμό τη σκληροπυρηνική προσέγγιση που έχει υιοθετήσει κατά των Ουϊγούρων της Ξινγιάνγκ. Το Πεκίνο, όπως και η Μόσχα, έχει διακηρύξει ότι είναι κατά της επέμβασης σε μια ξένη χώρα και ανησυχεί μήπως η Ουάσινγκτον εκμεταλλευτεί την απειλή του ISIS και ασκήσει επιρροή σε κράτη με στόχο να προωθήσει τα γεωπολιτικά συμφέροντα της.

Ανταγωνιστικές περιφερειακές συμμαχίες

Ο περιφερειακός ανταγωνισμός αποτελεί ακόμα ένα σημείο αντιπαράθεσης και περιπλέκει το θέμα της αντιμετώπισης του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Συρία (ISIS) εξαιτίας των διαφορετικών προσεγγίσεων για τον Άσαντ. H Σαουδική Αραβία και το Ιράν ηγούνται δυο διαφορετικών συμμαχιών στη Μέση Ανατολή, της «σουνίτικης ημισελήνου» και του «σιϊτικού τόξου», αντίστοιχα. Η Τεχεράνη έχει συμμάχους το Μπασάρ Άσαντ, τη λιβανέζικη Χεζμπολάχ και τη σιτική κυβέρνηση του Ιράκ. Το Ιράν είναι ο σημαντικότερος ξένος παράγοντας που στηρίζει την κεντρική κυβέρνηση της Βαγδάτης και έχει δημιουργήσει ισχυρές διασύνδεεις μέσα στο ιρακινό κράτος μετά την απομάκρυνση του Σαντάμ Χουσείν . Ο διοικητής της επίλεκτης μονάδας Al Quds της ιρανικής Φρουράς της Επανάστασης Κασέμ Σουλειμάνι συντόνισε, σύμφωνα με το Open Democracy τη στρατηγική κατά των εξεγέρσεων σε Συρία και Ιράκ όπου η Χεζμπολάχ και μέλη των ιρανικών ειδικών δυνάμεων (Al Quds) έχουν εκπαιδεύσει πολιτοφυλακές και έχουν παράσχει υλικοτεχνική στήριξη. Το ISIS αποτελεί απειλή για τους στρατηγικούς στόχους της Τεχεράνης καθώς Ιράκ και Συρία είναι οι δύο σημαντικοί της σύμμαχοι που της δίνουν τη δυνατότητα να σχηματίσει μια περιφερειακή συμμαχία που θα εκτείνεται από τα εδάφη της Χεζμπολάχ στο Λίβανο μέχρι το Ιράν.

Η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και η Τουρκία αντίθετα έχουν προσφέρει οικονομική και υλική βοήθεια στους ισλαμιστές εξτρεμιστές μαχητές της Συρίας με στόχο την πτώση του Άσαντ. Το Ριάντ και η Ντόχα τους έχουν βοηθήσει και στο Ιράκ όπου κυριαρχούν οι σιϊτες, σύμμαχοι του Ιράν. Η κυβέρνηση του Ριάντ έχει και στο παρελθόν χρησιμοποιήσει ομάδες ισλαμιστών εξτρεμιστών (τζιχαντιστές) για να υπονομεύσει τις περιφερειακές στρατηγικές της Τεχεράνης. Ωστόσο η ενδυνάμωση του ISIS γυρνάει «μπούμερανγκ» στη Σαουδική Αραβία που αποτελεί εδώ και χρόνια και έναν από τους στόχους της Αλ-Κάιντα. Το Ισλαμικό Κράτος σε Ιράκ και Συρία (ISIS) έχει δημοσιοποιήσει ένα βίντεο που δείχνει σαουδάραβες μαχητές του όχι μόνο να σχίζουν τα διαβατήριά τους αλλά και να υπόσχονται ότι θα απελευθερώσουν τη «Γη των Δύο Αγίων Τζαμιών» όταν επιτευχτεί η αποστολή τους στη Συρία. Το γεγονός ότι εκατοντάδες νεαροί σαουδάραβες έχουν πάει να πολεμήσουν στη Τζιχάντ της Συρίας έχει προκαλέσει έντονες ανησυχίες και επαναφέρει τις μνήμες του πολέμου του Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’80 όταν και τότε σαουδάραβες είχαν συνδεθεί με τους μαχητές μουτζαχετίν στον αγώνα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Κάποιοι από αυτούς επέστρεψαν πίσω έχοντας αποκτήσει στρατιωτική εμπειρία και κάποιοι άλλοι εντάχθηκαν σε διάφορες ισλαμικές εξτρεμιστικές οργανώσεις. Ο ίδιος ο Οσάμα Μπιν Λάντεν αποτελεί το πιο επιφανές παράδειγμα. Η Αλ-Κάιντα έχει διεξάγει πολλαπλές τρομοκρατικές επιθέσεις μέσα στη Σαουδικής Αραβία την περίοδο 2003 – 2006 και έχει προσπαθήσει και να κάνει περισσότερα τρομοκρατικά χτυπήματα.

Η Τουρκία που ανήκει στο σουνίτικο άξονα είναι αντιμέτωπη με πιο περίπλοκες ισορροπίες καθώς επιδιώκει ταυτόχρονα: να καταπολεμήσει το Ισλαμικό Κράτος σε Ιράκ και Συρία (ISIS), να επιτύχει την πτώση του καθεστώτος της Δαμασκού και να αποτρέψει τις κουρδικές τάσεις για ανεξαρτησία. Η κυβέρνηση της Άγκυρας ανησυχεί από το βαθμό της αυτονομίας που έχουν αποκτήσει οι Κούρδοι της Συρίας καθώς μπορεί να αποτελέσουν το έναυσμα για τη δημιουργία του «Μεγάλου Κουρδιστάν» που θα ενδυναμώσει τις τάσεις ανεξαρτησίας των Κούρδων των τουρκικών νοτιανατολικών επαρχιών. Η Τουρκία φαίνεται να αντιλαμβάνεται σύμφωνα με ανάλυση των The New York Times την παρουσία του ISIS ως σύμπτωμα παρά ως το πραγματικό αίτιο των προβλημάτων που μαστίζει τη Μέση Ανατολή. Εκτιμά ότι το μονό που μπορεί να βοηθήσει μακροπρόθεσμα στη σταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής είναι μια διεθνή εκτεταμένη εκστρατεία με στόχο την πτώση του Μπασάρ Άσαντ.

Η τουρκική ηγεσία έχει ζητήσει τη δημιουργία «buffer zone» και «non – fly zone» μέσα στο συριακό έδαφος αλλά υπάρχουν σύμφωνα με ανάλυση του Foreign Policy σημαντικές διαφορές μεταξύ των δυο ζωνών. Η «non- fly zone» στη σύριο-τουρκική μεθόριο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καταφύγιο για τους σύριους πρόσφυγες και ως βάση εκπαίδευσης των μαχητών της συριακής αντιπολίτευσης. Θα προστατεύεται για να μην παραβιαστεί από τα συριακά μαχητικά τα οποία και θα καταρρίπτονται όταν εισέλθουν στο εναέριο χώρο της. Η «buffer zone» είναι και αυτή μια αποστρατικοποιημένη ζώνη όπου θα μπορούν να εισέλθουν οι πρόσφυγες και θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως διάδρομος παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας.

Συμπεράσματα
Η καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Συρία (ISIS) δεν είναι εύκολη υπόθεση και απαιτεί συντονισμένες, συλλογικές και αποτελεσματικές στρατιωτικές δράσεις καθώς και τη συνεργασία των υπηρεσιών πληροφοριών των κρατών. Η επέκταση του ισλαμικού φονταμενταλισμού απειλεί όλες τις χώρες και τα μόνιμα- κράτη μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών οφείλουν να εξετάσουν προσεκτικότερα τις επιπτώσεις του πάνω στη διεθνή ασφάλεια.
Ωστόσο παρά τις διαφορές στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, μεγάλες δυνάμεις και οι περιφερειακές δρώντες καταλαβαίνουν ότι η εξόντωση του ISIS αποτελεί θέμα υψίστης εθνικής ασφάλειας. Η Μόσχα αν και διατείνεται ότι δεν συνεργάζεται με την Ουάσινγκτον για συγκέντρωση και αξιολόγηση πληροφοριών για τους ισλαμιστές εξτρεμιστές μαχητές ενδέχεται να έχει στο παρασκήνιο μια a la carte συνεργασία με τους αμερικανούς στο συγκεκριμένο θέμα. Το Ιράν μπορεί και αυτό να συμβάλει στη μάχη κατά του ISIS με το δικό του τρόπο. Οι σχέσεις της Τεχεράνης με ΗΠΑ και Δύση έχουν παρουσιάσει σημεία βελτίωσης και υπάρχει χαλάρωση σε κάποιες κυρώσεις που της έχουν επιβληθεί για το επίμαχο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Οι δυο περιφερειακοί ανταγωνιστές, Ιράν και Σαουδική Αραβία ενδέχεται εξ ανάγκης να συνεργαστούν για να αντιμετωπίσουν το ISIS καθώς η δράση του εξελίσσεται σε κοινό περιφερειακό πρόβλημα. Η εξόντωση του ISIS δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω ατομικών προσπαθειών αλλά μόνο με μια συλλογική στρατηγική που θα απευθύνεται στην εξουδετέρωση των κύριων αιτιών που ενισχύουν και συντηρούν τον ισλαμικό φονταμενταλισμό.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Άμυνα & Διπλωματία, Τεύχος 278, Δεκέμβριος 2014

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s