Proxy Wars, προπαγάνδα και διπλωματία από το Ιράν και την Σαουδική Αραβία

Γιώργος Ξ. Πρωτόπαπας

Το Ιράν και η Σαουδική Αραβία, δυο παραδοσιακοί εχθροί, συγκρούονται ως ηγέτιδες δυνάμεις του «Σιίτικου Τόξου» και της «Σουνίτικης Ημισελήνου» αντίστοιχα και εμπλέκονται στις πιο μεγάλες κρίσεις της Μέσης Ανατολής. Ο εμφύλιος της Συρίας και της Υεμένης αποτελούν εδώ και καιρό πεδίο proxy wars μεταξύ Τεχεράνης και Ριάντ, που επιδιώκουν να επηρεάσουν την έκβασή τους με στόχο την προώθηση των περιφερειακών συμφερόντων τους. Ταυτόχρονα οι δυο περιφερειακές δυνάμεις κονταροχτυπιούνται σε διπλωματικό επίπεδο και διεξάγουν μια εκατέρωθεν προπαγάνδα μέσω των κρατικών τους ΜΜΕ.

Η εχθρότητα του σιίτικου Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας χρονολογείται από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και τη στήριξη του Ριάντ προς στο Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν κατά τον οκταετή πόλεμο με το Ιράν. Το μίσος τους επιδεινώθηκε μετά την πτώση του Χουσεΐν το 2003 και κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης που απελευθέρωσε καταπιεσμένες σουνίτικες μάζες από την πτώση κοσμικών καθεστώτων.

Η αντιπαλότητα Ιράν και Σαουδικής Αραβίας επεκτείνεται σε όλη την περιφέρεια εμπλέκοντας με τη στήριξη συμμαχικών τους κρατών. Υπάρχουν εδαφικές διαμάχες μεταξύ του Ιράν και του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (Gulf Cooperation Council) που αν ενταθούν θα έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην ασφάλεια της περιοχής. Παρατηρούμε τις εδαφικές αξιώσεις για τα νησιά Greater Tunb, Lesser Tunb, Abu Musa μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων που διοικούνται από την Τεχεράνη και τις εντάσεις για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ. Επίσης το Ιράν ισχυρίζεται ότι ιστορικά το Μπαχρέιν είναι «περσικό» και όχι αραβικό.

«Σιίτικο Τόξο» εναντίον «Σουνίτικης Ημισελήνου»

Η επιτομή του «proxy war» μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας είναι ο εμφύλιος της Συρίας, όπου εμπλέκονται ΗΠΑ και Ρωσία. Η στρατιωτική συμμετοχή της Ρωσίας, στενού σύμμαχου του προέδρου Μπασάρ Άσαντ, με τις επιχειρήσεις εναντίον του Ισλαμικού Κράτους σε Ιράκ και Συρία (ISIS) έδωσε ώθηση στο σιϊτικό άξονα Δαμασκού Ιράν- Χεζμπολάχ.

Η στρατηγική συνεργασία Σαουδικής Αραβίας, Κατάρ και Τουρκίας από την άλλη πλευρά αποσκοπεί στην ενίσχυση των σουνιτών ισλαμικών εξτρεμιστών ανταρτών που μάχονται κατά του προέδρου Άσαντ.

Η Σαουδική Αραβία θεωρεί το Ιράν «διαβολικό» περιφερειακό δρώντα που επιδιώκει να κυριαρχήσει στον αραβικό κόσμο. Το Ριάντ έχει αναγάγει σε άμεση προτεραιότητα να περιορίσει τους ιρανικούς «δορυφόρους» στη Συρία καθώς και την επιρροή της Τεχεράνης στο Λίβανο. Το Ιράν με τη σειρά του αντιλαμβάνεται τις δράσεις του ISIS, που υποστηρίζεται από τις σουνίτικες περιφερειακές δυνάμεις ως άμεση απειλή για την περιφερειακή του ασφάλεια.

Η Τεχεράνη και το Ριάντ έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για τη μετά-πολεμική Συρία, αν και έχουν συμφωνήσει για το σχηματισμό μιας μεταβατικής κυβέρνησης με βάση το Συνέδριο της Γενεύης Ι. Η Σαουδική Αραβία δεν θέλει καμία συμμετοχή του Μπασάρ Άσαντ ενώ το Ιράν θεωρεί ότι αυτός πρέπει να έχει ρόλο για να αποφευχθεί η διάλυση του μηχανισμού εσωτερικής ασφάλειας και να μην καταρρεύσει η χώρα.

Ο εμφύλιος της Υεμένης αποτελεί ένα ακόμη πεδίο «proxy war» για Ιράν και Σαουδική Αραβία, στο ευρύτερο πλαίσιο του ανταγωνισμού στη Μέση Ανατολή.

Η Σαουδική Αραβία ηγείται του συνασπισμού των αραβικών κρατών που εξαπολύουν αεροπορικές επιδρομές εναντίων των ανταρτών Houthis με στόχο την αποκατάσταση της εξουσίας της κυβέρνησης της Υεμένης. Οι Houthis ανήκουν στο δόγμα Zaydi του σιιτικού Ισλάμ και υποστηρίζονται από το Ιράν. Οι Houthis συχνά περιγράφονται ως αίρεση ή φυλή, όμως η The Wall Street Journal του χαρακτηρίζει ως ένα εξτρεμιστικό σιϊτικό πολιτικό κίνημα – παρόμοιο με τη Χεζμπολάχ – όπου το βασικό του σύνθημα είναι «ο Θεός είναι μεγάλος, Θάνατος στην Αμερική, Θάνατος στο Ισραήλ, Κατάρα στους Εβραίους, Μεγάλη νίκη του Ισλάμ».

Το 2014 οι Houthis απόκτησαν τον έλεγχο του λιμανιού της πόλης της Al- Hudaydah, βόρεια του Στενού Bab El-Mandab που χωρίζει την Ερυθρά Θάλασσα από τον Ινδικό Ωκεανό. Η στρατηγική σημασία του σε συνδυασμό με τα Στενά του Ορμούζ δίνει τη δυνατότητα στο Ιράν να απειλήσει τα σημεία ελέγχου των ναυτιλιακών γραμμών της Αραβικής Χερσονήσου.

Προπαγάνδα και Διπλωματία

To Ριάντ και η Τεχεράνη έχουν επιδοθεί και σε ένα «πόλεμο λέξεων» και σε μια προπαγάνδα, που διεξάγεται μέσω των κρατικών τους ΜΜΕ. Υπουργοί των δυο μουσουλμανικών δυνάμεων, σύμφωνα με το βρετανικό Guardian, αντάλλαξαν πρόσφατα εκατέρωθεν κατηγόριες. Ο σαουδάραβας υπουργός Εξωτερικών Αντελ αλ Τζουμπείρ δήλωσε ότι το «Ιράν κατέχει αραβικά εδάφη στη Συρία». Ο ιρανός αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Χοσείν Αμίρ Αμπντολαχιάν ανταπάντησε ότι οι σαουδάραβες δεν είναι σε θέση να παραπονούνται καθώς «κατέχουν την Υεμένη».

Η προπαγάνδα μεταφέρεται και στα κρατικά τους ΜΜΕ με ειδήσεις και ρεπορτάζ ειδικού σκοπού και δημιουργίας εντυπώσεων. Τα κρατικά σαουδαραβικά ΜΜΕ ενίοτε αναφέρονται στην περιοχή Ahwaz του Khuzestan, του νότιου-δυτικού Ιράν, όπου οι πολίτες που μιλούν την αραβική γλώσσα παραπονούνται για διακρίσεις σε βάρος τους. Το Απρίλιο το σαουδικό δορυφορικό τηλεοπτικό δίκτυο al Ekhbariya έπαιξε ένα ντοκιμαντέρ για το Ahwaz περιγράφοντάς το ως «υπό κατοχή έδαφος από τις περσικές δυνάμεις». Τα κρατικά ιρανικά ΜΜΕ από την πλευρά τους κατηγορούν συχνά τη Σαουδική Αραβία για υποστήριξη στην Αλ- Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος σε Ιράκ και Συρία (ISIS) και καταγγέλλουν και ότι το Ριάντ διεξάγει και ένα ψυχολογικό πόλεμο. Τα ιρανικά ΜΜΕ επέκριναν πρόσφατα και την κυβέρνηση του Ριάντ, αποδίδοντας της ευθύνες, για το πολύνεκρο ποδοπάτημα των προσκυνητών στη Μίνα της Μέκκα που συνέβη το Σεπτέμβριο (προκάλεσε το θανατο εκατοντάδων προσκυνητών, που στην πλειοψηφία τους ήταν ιρανοί).

Η συγκρουσιακή άσκηση εξωτερικής πολιτικής του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας έχει γίνει αντικείμενο μελέτης για τους αναλυτές της Μέσης Ανατολής. Ο Βολκερ Περτς, συγγραφέας βιβλίου για τη Μέση Ανατολή επισημαίνει στη Deutsche Welle ότι το Ιράν εμπίπτει σε δυο επιλογές: (α) να διατηρήσει μια ισορροπία με τους περιφερειακούς και διεθνείς εταίρους του, να επικεντρωθεί στο διάλογο και να ασκήσει μια μετριοπαθή επιρροή στο συριακό εμφύλιο, που ίσως να μπορέσει να οδηγήσει και στο τερματισμό του και (β) να θεωρήσει ότι η άρση κυρώσεων (απόρροια της συμφωνίας για τα πυρηνικά με τη Δύση) το ενδυναμώνει και να προωθήσει τα συμφέροντά του χωρίς να λάβει υπόψη τις ανησυχίες των γειτόνων του.

Την ίδια στιγμή η Σαουδική Αραβία σύμφωνα με αναλυτές ακολουθεί μια επιθετική εξωτερική πολιτική. Ο Βασιλιάς Σαλμάν φιλοδοξεί να κάνει τη Σαουδική Αραβία μια περιφερειακή και θρησκευτική δύναμη. Η Υεμένη εμφανίζεται να είναι το μεγάλο θύμα αυτής της νέας σαουδικής εξωτερικής πολιτικής. Η Σαουδική Αραβία από τον Μάρτιο διεξάγει βομβαρδισμούς εναντίον των σιϊτων ανταρτών Houthis που στηρίζονται από το Ιράν. Επιπλέον η στήριξη της Σαουδικής Αραβίας προς τους σουνίτες αντάρτες και τους ισλαμιστές εξτρεμιστές που μάχονται το καθεστώς της Δαμασκού δεν δικαίωσε τις προσδοκίες του Ριάντ και δεν τερμάτισε τον εμφύλιο της Συρίας. Η εξέλιξη αυτή ενδεχομένως να κάνει τη Σαουδική Αραβία να δείξει περισσότερη αποφασιστικότητα στον εμφύλιο της Υεμένης, της πιο φτωχής χώρας του αραβικού κόσμου.

Συμπεράσματα

Το σιίτικο Ιράν και η σουνίτικη Σαουδική Αραβία ανταγωνίζονται για περιφερειακή κυριαρχία και οι εμφύλιοι της Συρίας και της Υεμένης εντάσσονται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο για την προσπάθεια επιβολής στη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για μια σύγκρουση μέσω «proxy wars» μεταξύ του «Σιίτικου Τόξου» και της «Σουνίτικης Ημισελήνου» με ευρύτερες περιφερειακές επεκτάσεις.

Οι σχέσεις των δυο μουσουλμανικών δυνάμεων φαίνεται να διανύουν τη χειρότερη περίοδο τους, παρά το γεγονός ότι ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα επιδιώκει τη βελτίωση τους, ιδιαίτερα μετά τη συμφωνία για τα πυρηνικά με το Ιράν. Την ίδια στιγμή η ρωσική στρατιωτική εμπλοκή στη Συρία υπέρ του καθεστώτος της Δαμασκού και εναντίον του ISIS αλλάζει την πορεία του πολέμου και ενισχύει τα ιρανικά γεωπολιτικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή.

H Σαουδική Αραβία φοβάται σύμφωνα με το βρετανικό HIS Jane’s μια ιρανική περιφερειακή ηγεμονία και την απώλεια της νομιμότητας της ως προστάτης των απανταχού σουνιτών.

Η κλιμάκωση της έντασης στις σχέσεις Σαουδικής Αραβίας και Ιράν εκλαμβάνεται από αναλυτές ως ένα προειδοποιητικό σημάδι ότι η κατάσταση στην περιοχή μπορεί να επιδεινωθεί. Η πυρηνική συμφωνία Ιράν – Δύσης έχει προκαλέσει έντονες ανησυχίες στις αραβικές χώρες, έχει κλιμακώσει τις αντιπαραθέσεις εντός των διπλωματικών κύκλων και έχει οδηγήσει σε μια μιντιακή κρατική προπαγάνδα.

Το Ιραν και η Σαουδική Αραβία έχουν σημαντικές γεωπολιτικές και σεκταριστικές διαφορές και η προσέγγισή τους θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη. Ενδέχεται να μπορέσει να επιτευχθεί μόνο μέσω εγγυήσεων και ασφαλιστικών δικλείδων που θα απαγορεύουν στους δυο αντιπάλους να αποκτήσουν στρατηγικό πλεονέκτημα, ο ένας έναντι του άλλου. Φυσικά η προσέγγιση των δυο δυνάμεων απαιτεί και την εποικοδομητική συνεισφορά των ΗΠΑ και της Ρωσίας που συμβάλλουν με τις ενέργειές τους στη λήψη αποφάσεων για τη διαχείριση των καυτών θεμάτων της Μέσης Ανατολής.

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Άμυνα & Διπλωματία, τεύχος 288, Νοέμβριος 2015, σ.σ. 30-32

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s